

| Συσκευασία | Τιμή ανά δόση | Τιμή | |
|---|---|---|---|
| 360 δισκία | €0,73 | €374,59 €262,22 Δωρεάν αποστολή | |
| 180 δισκία | €0,84 | €215,79 €151,05 | |
| 120 δισκία | €0,98 | €168,96 €118,27 | |
| 90 δισκία | €1,08 | €138,42 €96,90 | |
| 60 δισκία | €1,18 | €101,78 €71,24 | |
| 30 δισκία | €1,71 | €73,27 €51,29 | |
| 90 δισκία | €1,48 | €191,36 €133,95 | |
| 60 δισκία | €1,62 | €138,42 €96,90 | |
| 30 δισκία | €2,14 | €91,60 €64,12 | |
| 180 δισκία | €1,43 | €366,45 €256,52 Δωρεάν αποστολή | |
| 120 δισκία | €1,71 | €293,16 €205,21 Δωρεάν αποστολή | |
| 90 δισκία | €1,80 | €230,04 €161,03 | |
| 60 δισκία | €1,85 | €158,78 €111,15 | |
| 30 δισκία | €2,38 | €101,78 €71,24 |
Η Ιμιπραμίνη χρησιμοποιείται κυρίως για τη θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης και, σε ορισμένες περιπτώσεις παιδιατρικής θεραπείας, για τη διαχείριση νυκτερινής ενούρησης. Ως τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό φάρμακο (ΤΚΑ), εμποδίζει την επαναπρόσληψη νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, με συνέπεια την αύξηση της διαθεσιμότητας αυτών των νευροδιαβιωτών και τη βελτίωση της κατάστασης της διάθεσης. Διατίθεται σε διάφορες οδούς χορήγησης και δόσεων, και η έναρξη της θεραπείας απαιτεί στενή ιατρική παρακολούθηση για την αντιμετώπιση των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών και αλληλεπιδράσεων.
Η ιμιπραμίνη αποτελεί παλαιότερη αλλά ακόμα χρησιμοποιούμενη επιλογή σε συγκεκριμένες κλινικές καταστάσεις, όταν οι σύγχρονες θεραπείες δεν είναι κατάλληλες ή ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζουν τη χρήση άλλων φαρμάκων. Η φαρμακολογική της δράση συνοδεύεται από αντιχολινεργικά και αγγειοδραστικά χαρακτηριστικά που καθοδηγούν τη θεραπευτική προσέγγιση και τους απαραίτητους παρακολουθήσεις σε όλη τη διάρκειας της θεραπείας.
Κύριες ενδείξεις περιλαμβάνουν τη μείζονα κατάθλιψη, όπου η Ιμιπραμίνη συμβάλλει στη βελτίωση της διάθεσης, της ενέργειας και της λειτουργικότητας σε ενήλικες ασθενείς. Ακόμη, σε παιδιατρικούς ασθενείς έχει χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση νυκτερινής ενούρησης υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση και συγκεκριμένες θεραπευτικές ενδείξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το φάρμακο έχει χρησιμοποιηθεί ως μέρος ευρύτερης ψυχιατρικής προσέγγισης σε επιλεγμένες περιπτώσεις αγχώδους διαταραχής ή ψυχιατρικές συννοσηρότητες, αν και αυτές οι ενδείξεις δεν αποτελούν την κύρια προτίμηση σήμερα λόγω διαθεσιμότητας εναλλακτικών φαρμάκων και του προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η κλινική χρήση της Ιμιπραμίνης απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση ιατρικού ιστορικού, καρδιαγγειακής κατάστασης, και σχέσεων φαρμακευτικής αγωγής, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ ωφέλειας και κινδύνων. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση έναρξης ή συνέχισης της θεραπείας βασίζεται σε ατομική αξιολόγηση της σχέσης κινδύνου–οφέλους.
Αντενδείξεις περιλαμβάνουν υπερευαισθησία στην ιμιπραμίνη ή σε άλλους τρικυκλικούς αντικαταθλιπτικούς παράγοντες, σε ασθενείς με οξέα ή πρόσφατα καρδιακά επεισόδια (έμφραγμα του μυοκαρδίου ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια) και σε καταστάσεις όπως γλαύωμα κλειστής γωνίας, ή οξεία κατακράτηση ούρων. Δεν πρέπει να ξεκινάται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό μανίας ή σοβαρής επιβολής μεταβολών της διάθεσης χωρίς επιτήρηση.
Προφυλάξεις αφορούν την ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία και αρρυθμίες που μπορούν να εμφανισθούν κατά την έναρξη ή αλλαγή δόσης, ιδίως σε ηλικιωμένους ή σε συνδυασμό με άλλους φαρμακολογικούς παράγοντες. Η ιμιπραμίνη μεταβολίζεται κυρίως από CYP2D6· γι’ αυτό, φάρμακα που αναστέλλουν αυτό το ένζυμο (π.χ. ορισμένα SSRI όπως φλουοξετίνη ή παροξετίνη) μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της ιμιπραμίνης και να ενισχύσουν την τοξικότητα. Αποφυγή χρήσης με ή κοντά στη χορήγηση ΜΑΟ (μηχανισμοί σεροτονίνης) είναι ουσιώδης: έναρξη ή διακοπή πρέπει να γίνεται με χρονικό περιθώριο τουλάχιστον 14 ημερών από το MAOI, ή σύμφωνα με ειδικές οδηγίες του θεράποντος.
Εγκυμοσύνη και γαλουχία απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Η ιμιπραμίνη διέρχεται τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα· η χρήση σε αυτές τις φάσεις πρέπει να ζυγίζεται προσεκτικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο/νεογνό έναντι του οφέλους για τη μητέρα. Σε ασθενείς με επιληπτικές διαταραχές, ιστορικό επιληψίας ή γνωστές διαταραχές ηλεκτρολυτών, πρέπει να αξιολογείται ο κίνδυνος πρόκλησης ή επιδείνωσης κρίσεων. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται βαθμιαία για την αποφυγή συμπτωμάτων απόσυρσης.
Πολύ συχνές (περισσότερες από 10%): ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, κατακράτηση ούρων, ναυτία, υπνηλία ή καταστολή, και ορθοστατική υπόταση που μπορεί να οδηγήσει σε ζάλη ή διακοπή με την αλλαγή θέσης. Αυτές οι ενέργειες συνήθως υποχωρούν με σταδιακή προσαρμογή της δόσης.
Συχνές (1–10%): εφίδρωση, ταχυκαρδία, αύξηση βάρους, μυϊκή υπερένταση ή κούραση, διαταραχές ύπνου ή ερεθισμών, δυσκοιλιότητα με μερική ανακούφιση από δίαιτα και υγρά. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να εμφανιστεί θολή οπτική οξύτητα ή ξηρά μάτια, ειδικά σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Ασυνήθεις (0.1–1%): δυσφορία στήθους, εξάνθημα ή δερματικές αντιδράσεις, ζάλη ή αποπροσανατολισμός, διαταραχές της σεξουαλικής λειτουργίας ή περαιτέρω μεταβολές της διάθεσης. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν επιληπτικές κρίσεις ή σημεία υπερευαισθησίας.
Σπάνιες ή σοβαρές περιπτώσεις καρδιολογικές, νευρολογικές ή αλλεργικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση ιατρική εκτίμηση και πιθανή διακοπή της θεραπείας. Η απότομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει συναισθηματική αστάθεια ή συμπτώματα απόσυρσης, γι’ αυτό ο διακοπείν γίνεται σταδιακά υπό ιατρική επίβλεψη.
Αντενδείκνυται ο συνδυασμός με ΜΑΟ ή η έναρξη σε διαδοχικές περιόδους χωρίς μεσοδιάστημα. Ο συνδυασμός αυτός αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρού συνδρόμου σεροτονίνης, υπερβολικής διέγερσης και υπερθερμίας και πρέπει να αποφεύγεται. Μεταξύ των άλλων φαρμάκων, φάρμακα που επηρεάζουν το CYP2D6 μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της ιμιπραμίνης, και απαιτείται προσαρμογή δόσης ή αποφυγή συγχορήγησης (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη, κινιδίνη ή άλλα αναστολείς).
Η ιμιπραμίνη μπορεί να αυξήσει την αντιχολινεργική επίδραση συνταγογραφούμενων φαρμάκων, προκαλώντας επιπλέον δυσκοιλιότητα, κατακράτηση ούρων ή γλαυκωματικά συμπτώματα. Συνδυασμοί με φάρμακα που παρατείνουν το QT ή προκαλούν αρρυθμίες (π.χ. ορισμένα αντιψυχωτικά, μακρολίδες, μαχητικά ηλεκτρόλυτα) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αρρυθμιών, ιδιαίτερα σε ασθενείς με διαταραχές ηλεκτρολυτών. Καταστάσεις αλκοόλ και κεντρικά κατασταλτικά φάρμακα συνιστώνται να αποφεύγονται ή να περιορίζονται λόγω αυξημένης καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Επί του παρόντος, συνιστάται πάντα προσεκτικός έλεγχος όταν συγχορηγούνται η ιμιπραμίνη και άλλα αντικαταθλιπτικά ή φάρμακα που επηρεάζουν την εγκεφαλική δραστηριότητα, η διαχείριση να γίνεται με προσεκτικά προσαρμοσμένα χρονοδιαγράμματα και σαφείς ιατρικές οδηγίες. Σε ασθενείς με διαβήτη ή μεταβολικές διαταραχές, η επίδραση των ΤΚΑ στη γλυκόζη αίματος μπορεί να απαιτεί στενή παρακολούθηση του γλυκαιμικού ελέγχου.
14–21 ημέρες. Δωρεάν από €179,27 .
5–9 ημέρες. €26,89
−10% κατά την πληρωμή με κρυπτονόμισμα.
−10% σε όλες τις επαναλαμβανόμενες παραγγελίες.
Όλες οι παραγγελίες συσκευάζονται σε ουδέτερα, χωρίς σήμα κουτιά χωρίς όνομα προϊόντος εξωτερικά.
